ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΔΕΝ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ
Ακουγα πολλούς να λένε όταν ξέσπασε αυτή η κρίση ότι θα φύγουν από την πόλη για να βρουν αλλού καλύτερα. Και πιο πριν άκουγα να λένε ότι η πόλη είναι βρόμικη, αφιλόξενη. Οτι έχουν γίνει αδιάβατοι οι δρόμοι. Οτι δεν έχει πράσινο και τα παιδιά δεν μπορούν να μεγαλώσουν όπως πρέπει. Οτι τα μαγαζιά κλείνουν και γίνεται η πόλη θλιβερή. Ακουγα την γκρίνια τα περασμένα Χριστούγεννα εναντίον της έξοχης ιδέας μιας ομάδας καλλιτεχνών να στήσει εικαστικές συνθέσεις στις βιτρίνες των άδειων καταστημάτων του Κέντρου για να πέφτει το βλέμμα του επισκέπτη σε μια ιδέα, σε μια πρόταση αισθητική, σε μια ελπίδα, όπως είναι πάντα η τέχνη. Το επιχείρημα των γκρινιάρηδων ήταν ότι δεν πρέπει να «φτιασιδώνεται» η φρίκη που προκαλεί ο καπιταλισμός. Μάλιστα! Το ιδανικό αυτού του κόσμου, λοιπόν, η μιζέρια. Τρόπος ζωής του η γκρίνια και η αποστροφή. Στόχος του μόνιμος, η πόλη.
Τρομάζω ότι μπορεί μερικοί από εκείνους που τα έλεγαν όλα αυτά να ρίγησαν από ενοχική ηδονή μπροστά στις οθόνες που έδειχναν το πυρπολημένο Κέντρο της Αθήνας. Αφού ήθελαν να φύγουν, πόσο πιο βολικό να αφήσουν πίσω μόνο στάχτες και συντρίμμια. Αφού ο καπιταλισμός ερήμωσε τα μαγαζιά, να καούν όσα απόμειναν για να είναι πιο πειστική η τραγωδία. Τρομάζω στη σκέψη ότι ήταν πολλοί εκείνοι που μίσησαν την Αθήνα αντί να την αγαπήσουν. Κάτοικοί της. Οι ίδιοι που γέμισαν τις γειτονιές του Κέντρου της για να ζήσουν το ρυθμό της και μετά άρχισαν να τις εγκαταλείπουν γιατί ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να νοικιάσουν ή να πουλήσουν πανάκριβα τα διαμερίσματά τους σε επιχειρήσεις και εμπορικά και να πιάσουν καινούργια σπίτια σε νέες γειτονιές, χτισμένες οι μισές πάνω σε ρέματα πέριξ των Αθηνών. Και μετά έπνιγαν τις γειτονιές της οι πλημμύρες. Τρομάζω στη σκέψη ότι η Αθήνα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με την πιο ένδοξη και μακρά ιστορία που μισήθηκε περισσότερο από τους κατοίκους της.
Είναι χρόνια που προσπαθούν να την κάψουν μανιασμένοι καταστροφείς. Δεν υπήρξε διαδήλωση στο Κέντρο που να μην άφησε πίσω της συντρίμμια. Και κάθε φορά δυνάμωνε η γκρίνια και όχι το πείσμα για την προστασία της Αθήνας. Μεγάλωνε η μιζέρια, πολλαπλασιάζονταν οι τάσεις φυγής.
Αρνούμαι να τα αποδεχτώ όλα αυτά. Στο κάτω κάτω οι μνήμες δεν καίγονται. Σήκωσα το βλέμμα. Στον τοίχο εκείνη η φωτογραφία της μαμάς στα νιάτα της, ποζάρει με ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι και πίσω ένας κινηματογράφος: Αττικόν.
Σχόλια (1)
What a neat atrclie. I had no inkling.