Το πέρασμα στην έβδομη τέχνη

Ο Θανάσης Αγάθος μιλά για τη μεταφορά της λογοτεχνίας στο σινεμά με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του, «Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενόπουλου»




Δεν είναι λίγες οι φορές στη ζωή μας, που διαβάζουμε ένα βιβλίο και μετά από λίγο καιρό βγαίνει και σε ταινία, μπαίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στη ζωή περισσότερων ανθρώπων. Ποια είναι όμως η σχέση της λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο; Ο επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θανάσης Αγάθος, μας μιλάει για το «πάντρεμα» αυτών των δύο ειδών με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τίτλο «Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενόπουλου».

Ξεκινώντας την κουβέντα μας από το πρόσφατο βιβλίο του, ο κ. Αγάθος περιγράφει τη δομή του. «Το βιβλίο “Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενόπουλου”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γκοβόστη, επικεντρώνεται σε μια μάλλον παραγνωρισμένη πτυχή του Ξενόπουλου, τη σχέση του με τον κινηματογράφο», μου λέει ο ίδιος. «Για την ακρίβεια, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου προσπαθώ να εξετάσω πώς προσλαμβάνει την έβδομη τέχνη ο Ξενόπουλος, μέσα από έναν μεγάλο αριθμό χρονογραφημάτων δημοσιευμένων σε εφημερίδες και περιοδικά της περιόδου 1904-1937, στα οποία ο Ζακύνθιος συγγραφέας αναφέρεται στον κινηματογράφο, άλλοτε θετικά και άλλοτε επικριτικά. Στο δεύτερο κεφάλαιο εστιάζω στο μυθιστόρημα “Ο ουρανοκατέβατος”, στο οποίο η ηρωίδα γίνεται ξαφνικά πρωταγωνίστρια του κινηματογράφου στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Στα υπόλοιπα κεφάλαια ασχολούμαι με τις κινηματογραφικές ταινίες που βασίστηκαν σε πεζογραφήματα και θεατρικά έργα του Ξενόπουλου, δηλαδή τη “Στέλλα Βιολάντη”, τον “Κακό δρόμο”, τον “Κόκκινο βράχο”, το “Πρέπει να τα παντρέψουμε”, το “Μέχρι το πλοίο”, το “Ολοι οι άντρες είναι ίδιοι” και τον “Επαναστάτη ποπολάρο”. Μάλιστα στις δύο πρώτες από αυτές τις ταινίες -που γυρίστηκαν τη δεκαετία του 1930- τα σενάρια είχε υπογράψει ο ίδιος ο Ξενόπουλος, γεγονός που δείχνει πόσο ανοιχτός ήταν απέναντι στην τέχνη του κινηματογράφου, με τον οποίο, πάντως, συνδέθηκε με μια σχέση έλξης-απώθησης: τον αντιμετώπισε αρχικά με θαυμασμό και κατόπιν με δυσπιστία, όταν έβλεπε ότι έκλεβε θεατές από το θέατρο».

agathos2

Ο ίδιος εστιάζει στη συνέχεια στον ίδιο τον συγγραφέα: «Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα που κυριάρχησε στην πνευματική ζωή της Ελλάδας επί 60 σχεδόν χρόνια, αφήνοντας το στίγμα του στους χώρους της πεζογραφίας, του θεάτρου και της δημοσιογραφίας. Εγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, κριτικές, χρονογραφήματα, υπήρξε αρχισυντάκτης στο θρυλικό περιοδικό “Η Διάπλασις των Παίδων”, με το οποίο μεγάλωσαν πολλές γενιές Ελληνόπουλων. Δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει, ακόμη και όταν μεγάλωσε πολύ, και, το κυριότερο, δεν σταμάτησε να παρακολουθεί τα νέα ρεύματα και τις νέες εξελίξεις στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Είναι χαρακτηριστικό του ότι υπήρξε και παραμένει ένας “λαϊκός” συγγραφέας, με έργο που άντεξε στον χρόνο: τα μυθιστορήματά του -που πρωτοδημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας- διαβάζονται ακόμα, τα θεατρικά του έργα ανεβαίνουν συνεχώς εδώ και 110 χρόνια και, βέβαια, δεν είναι τυχαία η επιτυχία των μεταπλάσεων των έργων του, όχι μόνο στον κινηματογράφο αλλά και στην τηλεόραση κατά την περίοδο 1975-1985».

Μία τέτοια εμβληματική παρουσία, όπως αυτή του Ξενόπουλου, δείχνει σε όλους μας τον συνδετικό κρίκο που υπάρχει ανάμεσα στη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες. Ετσι, η μία τέχνη μπορεί να αποτελέσει έναυσμα δημιουργίας για κάποια άλλη, σε έναν ατέρμονο κύκλο φαντασίας, έμπνευσης και δημιουργικότητας. «Ο κινηματογράφος, σχεδόν από την αρχή της ύπαρξής του, δεν έχει πάψει να αντλεί υλικό από τη λογοτεχνία», επισημαίνει ο Θανάσης Αγάθος. «Μυθιστορήματα και διηγήματα, κλασικά και νεότερα, αριστουργηματικά, καλά, μέτρια και κακά δεν σταματούν να μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο αποτελεί, κατά κανόνα, μια εγγύηση εμπορικότητας για έναν κινηματογραφικό παραγωγό. Από την άλλη, και μια κινηματογραφική ταινία μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα, την έμπνευση για ένα λογοτεχνικό έργο, όχι μόνο από την άποψη της θεματολογίας -σκεφτείτε πόσα πεζογραφήματα και ποιήματα είναι εμπνευσμένα από συγκεκριμένες ταινίες, ηθοποιούς ή είδη κινηματογράφου-, αλλά και από την άποψη της μορφής: οι αφηγηματικές τεχνικές του κινηματογράφου από ένα σημείο και μετά επηρέασαν ιδιαίτερα την παγκόσμια λογοτεχνία».

agathos3

Αρκετές είναι οι σπουδαίες κινηματογραφικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων. Ο κ. Αγάθος έχει μια προτίμηση στις ταινίες «Ο γατόπαρδος» του Λουκίνο Βισκόντι (διασκευή του μυθιστορήματος του Τζουζέπε Τομάζι Ντι Λαμπεντούζα), «Το πέρασμα στην Ινδία» του Ντέιβιντ Λιν (διασκευή του μυθιστορήματος του Ε.Μ. Φόρστερ) και «Η αθάνατη ιστορία» του Ορσον Γουέλς (διασκευή μιας νουβέλας της Κάρεν Μπλίξεν). «Ως προς τις ελληνικές, ίσως ακούγονται πολύ κλασικά τα γούστα μου, αλλά έχω μιαν αδυναμία στον “Ζορμπά” του Κακογιάννη (από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη) και στη “Μικρά Αγγλία” του Παντελή Βούλγαρη (από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη)», προσθέτει.

Μεταξύ της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου «υπάρχει μία σχέση αλληλεξάρτησης, ένας συνεχής διάλογος μεταξύ τους, μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες και δεν είναι τυχαίο ότι συγγραφείς από όλο τον κόσμο προβληματίζονται εδώ και πολλές δεκαετίες αναφορικά με το εάν μπορούν να αφηγηθούν μιαν ιστορία όχι μόνο δια του αλφαβήτου, αλλά και μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας. Για να περιοριστώ στον ελληνικό χώρο, σε αυτή την κατηγορία ανήκουν αρκετοί εκλεκτοί συγγραφείς, που είτε σκηνοθέτησαν ταινίες, είτε έγραψαν κινηματογραφικά σενάρια, είτε αφομοίωσαν κινηματογραφικές τεχνικές στη λογοτεχνική γραφή τους: όχι μόνον ο Ξενόπουλος, αλλά και ο Καραγάτσης, ο Τερζάκης, ο Βασιλικός, ο Βαλτινός, ο Νόλλας και άλλοι», υπογραμμίζει ο καθηγητής.

agathos

Μιλώντας στη συνέχεια για τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα και για το αν αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση για τη δημιουργία ταινιών, ο Θανάσης Αγάθος σχολιάζει ότι «υπάρχει μια πολύ αξιόλογη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα σήμερα, αλλά, η σύγχρονη λογοτεχνία δεν έχει αξιοποιηθεί όσο θα περίμενε κανείς από τους νεότερους Ελληνες κινηματογραφιστές. Ευτυχώς, έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη κάποια έργα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, του Σωτήρη Δημητρίου, του Πέτρου Τατσόπουλου, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, αλλά, πραγματικά, υπάρχουν πολλοί ακόμη συγγραφείς και βιβλία που προσφέρονται για κινηματογράφηση».

Φεύγοντας από τις κινηματογραφικές αίθουσες και πηγαίνοντας στις σχολικές τάξεις, ρωτώ τον κ. Αγάθο αν η προβολή κατάλληλων ταινιών θα μπορούσε να βοηθήσει τη διδασκαλία του μαθήματος της λογοτεχνίας. «Φυσικά και μπορεί να προσφέρει στη διδασκαλία της λογοτεχνίας η προβολή ταινιών με λογοτεχνική “πηγή”, υπό την προϋπόθεση ότι η κινηματογραφική μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου δεν θα θεωρείται από διδάσκοντες και διδασκόμενους αποκλειστικά από την άποψη της πιστότητας στο λογοτεχνικό πρωτότυπο», εξηγεί ο καθηγητής. «Μια τέτοια ταινία -προσεκτικά επιλεγμένη ανάλογα με τις ανάγκες του μαθήματος, βεβαίως- θα πρέπει να εξετάζεται ως ένας διάλογος ανάμεσα στη λογοτεχνία και την έβδομη τέχνη, ως μια ανταλλαγή που εμπλουτίζει τόσο το λογοτεχνικό, όσο και το κινηματογραφικό κείμενο και δίνει αφορμή για έρευνα των συγκλίσεων και των αποκλίσεων ανάμεσα στη λογοτεχνική και την κινηματογραφική γλώσσα. Αλλωστε, τις τελευταίες δεκαετίες έχει καθιερωθεί, σε διεθνές επίπεδο, ως κλάδος των συγκριτολογικών σπουδών, ο διακειμενικός συσχετισμός κινηματογραφικών ταινιών και βιβλίων στα οποία βασίζονται».

Προτού ολοκληρωθεί η συνομιλία μας, ο Θανάσης Αγάθος μού εξηγεί γιατί ο κινηματογράφος θεωρείται η 7η τέχνη. «Ο Ξενόπουλος θεωρούσε τον κινηματογράφο “διασκέδαση κατωτέρα του θεάτρου”. Ο χρόνος, ωστόσο, απέδειξε ότι στο συγκεκριμένο θέμα ο σπουδαίος συγγραφέας μας έκανε λάθος. Ο κινηματογράφος, βέβαια, ήταν και είναι μια μαζική διασκέδαση, αλλά συνάμα ήταν και είναι τέχνη πολύπτυχη -συνισταμένη των άλλων τεχνών-, ζωντανή, σε διαρκή διάλογο με το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι, μια τέχνη που κατόρθωσε να πλάσει τους δικούς της εκφραστικούς κώδικες, που προχωρεί πολύ πιο πέρα από την απλή καταγραφή μιας πραγματικότητας και προσπαθεί να αξιοποιήσει ποικίλες μορφές της ανθρώπινης δημιουργικότητας».



Διαβάστε το τελευταίο τεύχος

Metropolis Ιούλιος 2016

M appΣελίδα του app →

m.app
  • Κατεβάστε το app
  • App Store
  • Google Play
  • Windows Phone Store

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία άρθρα