Τα παιδιά της Δικτατορίας πέραν του μύθου

Ο Κωστής Κορνέτης υπογράφει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία για την πολύ κοντινή μας Ιστορία




Ο Κωστής Κορνέτης γεννιέται έναν χρόνο μετά την πτώση της (δεύτερης) Χούντας. Καλοκαίρι του ΄75 στην Θεσσαλονίκη. Η Μεταπολίτευση ήδη «τρέχει» στις ράγες των κατευθύνσεων του Κων/νου Καραμανλή που είναι ο απόλυτος κυρίαρχος των εξελίξεων.

Σαράντα χρόνια μετά ο Κορνέτης που στο μεταξύ έχει μετακομίσει από τη Νέα Υόρκη στη Μαδρίτη υπογράφει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία για την πολύ κοντινή μας Ιστορία. Τίτλος του βιβλίου «Τα παιδιά της Δικτατορίας» (εκδόσεις Πόλις) που συνοδεύεται από τον επεξηγηματικό υπότιτλο: « Φοιτητική αντίσταση, πολιτισμικές πολιτικές και η μακρά δεκαετία του εξήντα στην Ελλάδα» και αποτελεί μια επεξεργασμένη εκδοχή της διατριβής του. Ο Κορνέτης δεν ζει στην Ελλάδα. Ζει και δουλεύει στο εξωτερικό. Δίδαξε για οχτώ χρόνια στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Brown και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και από το 2015 εργάζεται ως ερευνητής στο πλαίσιο του προγράμματος UC3M Marie Curie στο Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης.

Αρχικά μια δήλωση, προτού πάμε στον τίτλο του βιβλίου. Η δήλωση είναι η εξής: «Τα παιδιά της Δικτατορίας» είναι ένα πολυ-βιβλίο. Είναι πολλά βιβλία σε ένα. Το πρώτο και μεγάλο ρίσκο που αναλαμβάνει ο συγγραφέας.

Και ας συνεχίσουμε με τον τίτλο. Ο Κορνέτης που γεννιέται στη Μεταπολίτευση αλλά δεν είναι η γενιά της Μεταπολίτευσης πηγαίνει για πρώτη φορά σχολείο λίγο μετά την άνοδο του «ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και του λαού στην εξουσία». Δηλαδή, είναι ένα παιδί της Αλλαγής που «γράφει» για τα «παιδιά της Δικτατορίας». Με άλλα λόγια, «ζει» από μακριά την ιστορία της Χούντας και μυρίζεται το όποιο άρωμα έχει απομείνει συμμετέχοντας στις σχολικές γιορτές για το Πολυτεχνείο. «Ένα το χελιδόνι», «Πάλης ξεκίνημα», τα ονόματα των νεκρών, μια ομιλία του 15μελούς…

Συνειδητό και σκόπιμο το παιχνίδι μου με τις χρονολογίες και τις διαδρομές… Η αναφορά στις γενιές δεν προσφέρει απολύτως καμιά ουσιαστική υπηρεσία παρά μονάχα σχηματοποιήσεις καταστάσεων που λειτουργούν παραπλανητικά ως προς το κύριο ζητούμενο που είναι η αποκάλυψη ενοποιητικών δεσμών και σχέσεων, συμπεριφορών και επιλογών. Τα σχήματα με τις γενιές στην πολιτική λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο με τις ποιητικές γενιές. Με λίγα λόγια, αθροιστικές λίστες δίχως ψυχή και κυρίως πρόσωπο.

Ο Κορνέτης έχει τη μαεστρία παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τις σχηματοποιήσεις να μην υποταχθεί σε αυτές. Το κυριότερο πάντως που πετυχαίνει είναι να αναδείξει τις διαφορετικές συσσωματώσεις εντός της ίδιας γενιάς και να αποφύγει την παγίδα της ενιαίας γενιάς. Τα παιδιά της Δικτατορίας δεν ήταν μέλη μιας γενιάς με ενιαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Τα παιδιά της Δικτατορίας ούτε «πληθυντικός αριθμού» ήταν – παρά μόνο στις 2 με 3 κορυφώσεις της αντίστασης των φοιτητών- ούτε στα ίδια πράγματα πίστευαν και πολύ περισσότερο, ούτε την ίδια στάση είχαν μέσα στη Χούντα.

Και από εδώ βγαίνει ένα πρώτο συμπέρασμα. Ο Κορνέτης δίχως να το κραυγάζει μας δίνει να καταλάβουμε -κυρίως μέσα από τις αναφορές του στις εισαγόμενες νεανικές κουλτούρες διαμαρτυρίας- ότι η αντίσταση των νέων και κυρίως των φοιτητών ήταν ένα απολύτως μετρήσιμο και καθόλου πλειοψηφικό φαινόμενο. Η μέθοδος του Κορνέτη δίχως να παραγνωρίζει τα δεδομένα της εποχής αλλά και των ανθρώπων της (ο ίδιος μιλά με αρκετούς από τους πρωταγωνιστές της) είναι απομυθοποιητικός – αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι…

Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης δανείζομαι το παρακάτω κείμενο: «Ποια ήταν η σχέση των νέων στην Ελλάδα της Δικτατορίας με την κουλτούρα της διαμαρτυρίας του Μάη του ’68; Σε ποιο βαθμό ήταν σε επαφή με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, αλλά και με τη μαζική κουλτούρα της εποχής, ή αλλιώς με “τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα”; Αυτή η μελέτη ανιχνεύει τις πολιτισμικές ροές και τη διάδραση ανάμεσα στις διεθνείς και τις τοπικές διαστάσεις του ελληνικού φοιτητικού κινήματος στη “μακρά” δεκαετία του εξήντα, υπογραμμίζοντας τη σχέση του με τα κινήματα αμφισβήτησης στο εξωτερικό.

Παρουσιάζει διεξοδικά τη νεανική έκρηξη της “Γενιάς του Ζήτα”, τη δράση των παράνομων οργανώσεων ενάντια στο καθεστώς των Συνταγματαρχών και τη μαζική φοιτητική κινητοποίηση στις αρχές του ’70. Αναλύει πώς “τα παιδιά της Δικτατορίας”, κινούμενα στο μεταίχμιο μεταξύ πρωτοπορίας και παράδοσης, αξιοποίησαν τα κενά και τις ασυνέχειες του αυταρχικού καθεστώτος, συνδιαμορφώνοντας το αριστερό παράδειγμα της εποχής, συχνά σε αντίθεση με την κοινωνική τους προέλευση. Το βιβλίο περιγράφει τις διαδικασίες με τις οποίες ο πολιτισμός συνυφάνθηκε με την πολιτική – δημιουργώντας ένα νέο “τρόπο ζωής”, όπου το όραμα μιας ευρύτερης πολιτικής αλλαγής συνδυαζόταν με το μετασχηματισμό της καθημερινής πραγματικότητας. Έτσι, χαρτογραφεί την πορεία προς την εξέγερση του Πολυτεχνείου, εντάσσοντας για πρώτη φορά την ελληνική περίπτωση στο ευρύτερο πλαίσιο των σίξτις.

Kαταδεικνύει επίσης –χωρίς να εξωραΐζει– πώς, σε αντίθεση με την πρόσφατη δαιμονοποίησή της, η περίφημη “Γενιά του Πολυτεχνείου” αναδείχτηκε σε βασικό φορέα εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Καίρια συμβολή της μελέτης είναι η ανάλυση της μνήμης των γεγονότων αυτών μέσα από την προσωπική μικροϊστορία και τη βιωμένη εμπειρία των πρωταγωνιστών τους, η οποία αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο που κατέχει το παρελθόν στο σήμερα».

Στο σημείο αυτό δύο-τρεις επισημάνσεις:

α) Ο Κορνέτης αποδεικνύει με συστηματικό και απολύτως αντιδογματικό τρόπο ότι το σύνολο – Τα παιδιά της Δικτατορίας- εμπεριέχει το υποσύνολο – η Γενιά του Πολυτεχνείου- αλλά τα δύο δεν ταυτίζονται – κατ’ουσίαν είναι δυο ξεχωριστά πράγματα για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. «Τα παιδιά της Δικτατορίας» παραμένουν ως χρονική περίοδος μια «άγνωστη χώρα» παρά την επίμονη ερευνητική δουλειά του Κορνέτη, ενώ η «Γενιά του Πολυτεχνείου» αποτελεί ένα επινοημένο ηρωϊκό σχήμα εκ των υστέρων.

β) Η δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με την ανάδειξη από την πλευρά του Κορνέτη ορισμένων δύσκολων πτυχών της «μακράς νύχτας» της Δικτατορίας και των νέων που έζησαν εκείνη την εποχή, είτε με την πλευρά της αντίστασης, είτε όχι. Ο Κορνέτης έχει υλικό στα χέρια του και τολμά για παράδειγμα να μιλήσει την γλώσσα της αλήθειας για τον «ένοπλο αγώνα» και τους κάθε λογής θιασώτες του αλλά και τους κατοπινούς απολογητές του. Μια δουλειά πολύ χρήσιμη ως απομυθοποιητική διαδικασία για τους νεαρούς «επαναστάτες» των ημερών μας και την κληρονομιά που φαντασιώνονται ότι διεκδικούν… Το κίνημα των νέων – έστω και ως μοντέλο εισαγόμενης διαμαρτυρίας- ήταν ένα κίνημα στην συντριπτική του πλειοψηφία ενάντια στη βία αλλά και στις μορφές βίαιης αντίστασης.

γ) Η τρίτη επισήμανση λειτουργεί εν είδει ρητορικής ερώτησης. Όποιος πιστεύει πως η ανάγνωση ενός κειμένου απόφασης κεντρικού οργάνου ενός από τα κόμματα ή τις οργανώσεις της Αριστεράς τον οδήγησε ή έστω τον προέτρεψε στο δρόμο της ριζοσπαστικοποίησης να σηκώσει με άνεση το χέρι του. Ο Κορνέτης εδώ ψηλαφεί δρόμους για να βρουν οι επόμενοι απαντήσεις. Η ριζοσπαστικοποίηση ή η διάθεση για ριζοσπαστικοποίηση σε νεανικούς πληθυσμούς και ακροατήρια στις αρχές της δεκαετίας του΄70 έρχεται πολύ περισσότερο ως αποδοχή μιας δέσμης συμπεριφορών που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την ποπ κουλτούρα παρά με την μυθολογία της Αριστεράς. Επιπλέον, η διάθεση για ριζοσπαστικοποίηση ενσωματώνει ή και φιλοξενεί «εντός» της την αντίθεση με τη Χούντα που έρχεται από πολλαπλούς δρόμους και εκφράζεται με πολλαπλούς τρόπους. Σε αυτούς τους δρόμους και τους τρόπους ο Πολιτισμός ( και όχι η πολιτική ένταξη) έχει ένα προβεβλημένο ρόλο.

Με άλλα λόγια, ούτε ένα σύνολο ενιαίων νεανικών συμπεριφορών έχουμε την περίοδο της Χούντας, ούτε και παιδιά της Δικτατορίας έχουν μια ενιαία ταυτότητα και φυσιογνωμία. Σε καμία περίπτωση, οι νέοι που αμφισβητούν τον καταπιεστικό κόσμο της Χούντας και αρκετοί από εκείνους λαμβάνουν μέρος στην ενεργή Αντίσταση δεν είναι «ΕΠΟΝιτες», δεν μπορούν να είναι «Λαμπράκηδες» και πολύ περισσότερο δεν αισθάνονται ότι είναι η «ηρωϊκή» αγιοποιημένη εκδοχή της «Γενιάς του Πολυτεχνείου», ενός επινοημένου εκ των υστέρων σχήματος που έρχεται να καλύψει το αφήγημα της «καθολικής αντίστασης λαού και νεολαίας». Μια καλή σκέψη για όλους όσοι σε ερευνητικό και συγγραφικό επίπεδο παραλάβουν την σκυτάλη από τον Κορνέτη – που άνοιξε δρόμους- θα ήταν να ψάξουν να βρουν τις καταγωγές αλλά και τις διαδρομές ( οικογένειες, τόποι, σχολεία κ.λπ) των μελών που απαρτίζουν τις ηγεσίες στο φοιτητικό και νεολαιίστικό κίνημα (κυρίως στην πλευρά της Αριστεράς – ή και των διαφορετικών εκδοχών της) την περίοδο ΄69-΄74.

Τελειώνοντας, αυτό το σημείωμα θα ήθελα να διατυπώσω μια μικρή ένσταση που κάθε άλλο παρά μειώνει την αξία αυτού του σπουδαίου βιβλίου και της ερευνητικής δουλειάς που κρύβει πίσω του. Ο Κορνέτης μεταξύ άλλων θίγει και τις συμπεριφορές (π.χ σεξουαλικότητα) των μελών των οργανώσεων της Αριστεράς (Ρηγάδες, ΕΚΚΕτζήδες, ΠΠΣΠηδες). Εχω την αίσθηση ότι σε μεγάλο βαθμό οι επισημάνσεις του αφορούν κατά κύριο λόγο εικόνες συμπεριφορών που αναπτύχθηκαν την περίοδο της Μεταπολίτευσης και όχι μέσα στη Χούντα. Για παράδειγμα, οι «Αρχιτεκτόνισσες του Ρήγα» είναι στοιχείο της μυθολογίας που στήνεται στα χρόνια της Μεταπολίτευσης όπως και οι διαφορές των συμπεριφορών ανάμεσα στα «συντρόφια» της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που ομνύουν στην σκέψη του Προέδρου Μάο…

Την ένσταση μου αυτή την συζήτησα με καλούς φίλους και αποφάσισα να ενσωματώσω με ένα τρόπο τις δικές τους απόψεις και θέσεις. Ένας φίλος μου ζήτησε και δικαίως να μην αγνοώ τις πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί και κυρίως το γεγονός ότι η προσέγγιση των πραγμάτων άρα και των προσώπων που δρουν αυτήν την περίοδο είναι κατεξοχήν προφορική. Η παρατήρηση του φίλου μου έλυσε και τα χέρια προκειμένου να κατανοήσω πολύ καλύτερα τις παγίδες που κρύβει για έναν ερευνητή- συγγραφέα η έλλειψη των γραπτών τεκμηρίων αλλά πολύ περισσότερο η μυθολογία που διαμορφώνεται και αναπτύσσεται την περίοδο της Μεταπολίτευσης και που τροφοδοτεί το αφήγημα της «καθολικής αντίστασης Λαού και Νεολαίας απέναντι στη Χούντα».

Η ρευστότητα γύρω από το τι και το πότε συμβαίνει – μια ρευστότητα που συντηρεί ο λόγος ( η σκόνη της Μεταπολίτευσης) αλλά και τα όρια της μνήμης των πρωταγωνιστών είναι μια ουσιαστική παγίδα για όλους. Πάντως, σε κάθε περίπτωση η ερευνητική δουλειά του Κωστή Κορνέτη που περνάει σε αυτό το πολύ- βιβλίο θέτει με ένα ψύχραιμο τρόπο κρίσιμα ζητήματα για την πολύ κοντινή μας ιστορία και ανοίγει δρόμους για περαιτέρω έρευνα για το βαθμό διάθεσης αλλά και αντοχής της ελληνικής κοινωνίας στη δύσκολη αλλά αναγκαία αναμέτρηση της με ένα παρελθόν που θέλει εν πολλοίς να ξεχάσει…



Διαβάστε το τελευταίο τεύχος

Metropolis Ιούλιος 2016

M appΣελίδα του app →

m.app
  • Κατεβάστε το app
  • App Store
  • Google Play
  • Windows Phone Store

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία άρθρα