Παίζοντας… πόλεμο

Μέσα σε μία αίθουσα του 2ου Πρότυπου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Αθηνών οι Plays2Place διηγούνται ιστορίες βίας με το “Family Stories”




Τις περισσότερες φορές που γράφω ένα άρθρο για μία παράσταση προσπαθώ να αναδείξω πρωταρχικά αυτό που την ξεχωρίζει από τις άλλες. Αυτό που θα σας δελεάσει να συνεχίσετε να διαβάζετε. Κάποιες φορές δυσκολεύομαι. Δεν είναι τόσο αυτονόητο. Στην περίπτωση του “Family Stories” είχα το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα. Δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω… Η διαφορετικότητα αυτής της παράστασης συνίσταται σε πολλά στοιχεία. Καταρχάς το γεγονός ότι διαδραματίζεται μέσα σε μία τάξη σε ένα ιστορικό σχολείο της Αθήνας, του 2ου Πρότυπου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Αθηνών στους Αμπελόκηπους. Ως εκ τούτου ξεχάστε τα αναπαυτικά καθίσματα και ετοιμαστείτε να ξανακαθίσετε στα θρανία!

Δεύτερον, η ομάδα παραγωγής, που δεν είναι άλλοι από τους Plays2Place, δηλαδή τους παραγωγούς του πολυβραβευμένου “Miss Violence” του Αλέξανδρου Αβρανά. Τρίτον, η Μεξικανή Εσθέρ Αντρέ Γκονζάλες, μία από τις πλέον ικανές σκηνοθέτιδες στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή τα τελευταία χρόνια, που έχει αναλάβει κι εδώ τη σκηνοθεσία της δουλειάς.

Όλα αυτά όμως περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη δυναμική του ίδιου του έργου της Biljana Srbljanovic. Χωρισμένο σε 11 κεφάλαια το ‘’Family Stories’’ μας μεταφέρει σε μία χώρα ρημαγμένη από τον πόλεμο. Εκεί κάποια παιδιά -δύο αδέλφια και ο μικρότερος φίλος τους- υποδύονται κάθε φορά μία διαφορετική οικογένεια μιμούμενα τους μεγάλους. Στο τέλος κάθε επεισοδίου τα παιδιά σκοτώνουν τους γονείς.

«Είναι ένα ολίγον φρικιαστικό παιχνιδάκι», μου λέει με νόημα η Εσθέρ. «Τα παιδιά λένε πάντα την αλήθεια. Μέσα από αυτό το σχήμα η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για κομβικά ζητήματα, όπως η εκπαίδευση, η βία, ο φασισμός, ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά. Κι όλα αυτά χωρίς να ηθικολογεί στο ελάχιστο. Είναι ένα έργο με πολύ σασπένς και χιούμορ, που προκαλεί έντονα συναισθήματα».

«Δεν είναι σταθερό το μοντέλο της κάθε οικογένειας. Κάθε φορά είναι άλλη. Μπορεί να είναι μία οικογένεια διανοούμενων, μία που προέρχεται από την εργατική τάξη, μία τρίτη με πολύ ισχυρό εθνικιστικό φρόνημα, μία τέταρτη που αποτελείται από φοβισμένους μικροαστούς…» μου εξηγεί η Μάρθα Μπουζιούρη, μία εκ των ηθοποιών της παράστασης.

family_stories2

«Η οικογένεια είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα. Ο πρώτος μικρός πυρήνας που μαθαίνουμε να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας σε σχέση με το σχολείο, τους φίλους, το επαγγελματικό περιβάλλον αργότερα», επισημαίνει ο Μάνος Καναβός, που επίσης παίζει στην παράσταση. «Για μένα αυτό το έργο δεν έχει εθνική ταυτότητα, έχει μία ανθρώπινη ταυτότητα».

Γραμμένο στη χτυπημένη από τον πόλεμο πρώην Γιουκοσλαβία του 1998 το “Family Stories” καταδεικνύει με ανατριχιαστικό τρόπο πώς τα παιδιά μιμούνται και αναπαράγουν μοντέλα και μοτίβα, που τους δείχνει η κοινωνία των ενηλίκων. Με βάση αυτό, η επιλογή των συντελεστών της παράστασης να την παρουσιάσουν σε μία σχολική τάξη ήταν απολύτως συνειδητή.

«Σκεφτόμασταν ποιος είναι ο πιο κατάλληλος μη θεατρικός χώρος για να αποδώσει αυτή την αίσθηση της εγκατάλειψης και της κατάρρευσης. Συνειδητοποιήσαμε ότι οι πρώτοι τομείς που πλήττονται πάντα, όταν υπάρχει κρίση, είναι η υγεία και η παιδεία. Το να επέμβουμε λοιπόν σε έναν χώρο παιδείας, που είναι υπό εγκατάλειψη, είχε μία ιδιαίτερη πολιτική χροιά για εμάς», σχολιάζει ο παραγωγός Βασίλης Χρυσανθόπουλος. «Η αρχική ιδέα ήταν να παρουσιαστεί σε ένα σχολείο που είχε εγκαταλειφθεί λόγω μνημονίου και της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Υπήρχαν όμως πολλά ζητήματα ασφαλείας για τους θεατές και προβλήματα για την παραγωγή. Έτσι αποφασίσαμε να έρθουμε σε ένα σχολείο που έχει βαρύνουσα σημασία στον χάρτη της Αθήνας, αφού εδώ έγιναν οι πρώτες “πολιτικές” καταλήψεις, από εδώ ξεκινούσαν τα αιτήματα των μαθητών ώστε να αλλάξει κάτι στην εκπαίδευση… Τελικά χρησιμοποιήσαμε το κομμάτι του σχολείου που δεν είναι εν λειτουργία».

«Παρουσιάζοντας το έργο σε μία σχολική τάξη και βάζοντας τους θεατές σε ρόλο μαθητή, τους γίνεται πιο σαφές πώς επιδρά όλη αυτή η τροφή με την οποία ταΐζουμε τα παιδιά στην ψυχοσύνθεσή τους και τι είδους αυριανούς πολίτες φτιάχνουμε. Αυτή η αντιστροφή θυμίζει στους ενήλικες τον τρόπο που έχουν γαλουχηθεί σαν παιδιά και στη συνέχεια τον τρόπο που έχουν κι αυτοί με τη σειρά τους γαλουχήσει τα δικά τους παιδιά», παρατηρεί η Μάρθα.

«Δεν πρέπει να αφήσουμε αυτούς τους χώρους να γίνουν χώροι εμπορεύσιμοι. Οι περισσότεροι καταλήγουν σε σούπερ μάρκετ!» παρεμβαίνει η Εσθέρ και προσθέτει: «Πρέπει να επενδύσουμε στο μέλλον κι όχι στο τι θα αρπάξουμε τώρα. Είναι μία πολύ δύσκολη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα εποχή, που μπορούμε να αρχίσουμε να χτίζουμε κάτι καινούργιο με μία άλλη λογική. Αυτό το έργο βάζει στο τραπέζι πολλά θέματα που μας αφορούν όλους».

family_stories3

Μου αποκαλύπτει μάλιστα και ένα πολύ ενδιαφέρον και ενδεικτικό απόσπασμα από το ημερολόγιο της συγγραφέως. Η Srbljanovic κρατούσε ημερολόγιο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Μήπως δεν έκανα αρκετά γι’ αυτόν τον κόσμο; Μήπως δεν έχω μιλήσει αρκετά δυνατά; Μήπως ήμουν πολύ απορροφημένη με τον εαυτό μου; Σίγουρα δεν έχω κάνει πολλά για να είμαστε εδώ τώρα».

«Νομίζω ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα», μου λέει η Εσθέρ. «Μας έχουν πει ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Ότι τα πράγματα θα γίνονται ολοένα και χειρότερα. Και όντως, αν δεν κάνουμε κάτι, θα είναι χειρότερα. Αλλά μπορούμε να κάνουμε κάτι. Αρκεί να αναλογιστούμε ο καθένας την ευθύνη του».

Το “Family Stories” στοχάζεται πάνω στη βία. Αυτή είναι η κυρίαρχη θεματική του. Η βία όμως δεν είναι πάντα σωματική. «Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο βίαιο στην κοινωνία που ζούμε από τη βία που εκφράζουν τα ΜΜΕ», μου λέει ο Γιάννης Στεφόπουλος, που επίσης παίζει στην παράσταση. «Το να δουλεύεις πάνω από οκτώ ώρες κάθε μέρα και να μην μπορείς να ζήσεις από τον μισθό σου είναι βία», συμπληρώνει η Εσθέρ.

«Όλη αυτή η εσωτερίκευση ενός ανθρώπου τρομοκρατημένου που ζει με τον φόβο της αποστέρησης των κεκτημένων του, είναι από τα πιο βάναυσα παραδείγματα άσκησης και υποδοχής της βίας. Είναι κάτι που γίνεται πάρα πολύ σαφές στο έργο και συνδέεται άμεσα με την έννοια του ατομικισμού. Να κρατήσουμε πάση θυσία τα προσωπικά μας κεκτημένα», σχολιάζει η Μάρθα κι ύστερα μου λέει κάτι που, όπως μου τόνισε και η Εσθέρ, με έκανε να γουρλώσω ξαφνιασμένος τα μάτια μου. «Τα παιδιά τα ίδια στο έργο έχουν εσωτερικεύσει ένα τραγουδάκι που λέει: “αρκέσου στον εαυτό σου, το κεφάλι στην άμμο, τον κώλο στον τοίχο, οι άνθρωποι μεταξύ τους είναι εχθροί”. Κι αυτό έχει γίνει ένα παιδικό τραγούδι γι’ αυτά τα παιδιά. Το λένε χωρίς να το κρίνουν. Πιστεύουν ότι έτσι είναι. Εγώ πρέπει να υπερασπιστώ τον μικρόκοσμό μου κι έξω ας γίνεται ο χαμός».

Η βία και ο εθνικισμός ανθούν πάντα σε εποχές κρίσης. Σήμερα βιώνουμε μία από αυτές. Η αναζωπύρωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με αφορμή την κρίση στην Ουκρανία σε συνδυασμό με την εκρηκτική άνοδο της ακροδεξιάς με εμφανή πλέον τα νεοναζιστικά χαρακτηριστικά στην Ευρώπη κάνουν το “Family Stories” ένα έργο τρομακτικά επίκαιρο!

«Για μένα το πιο τρομακτικό είναι ότι 20 χρόνια μετά τη Γιουκοσλαβία δεν έχει αλλάξει τίποτα. Είμαστε πάλι στο σημείο μηδέν. Διάβαζα μία συνέντευξη της Μαρίνα Αμπράμοβιτς στην οποία έλεγε ότι “όταν με ρωτάνε από πού είμαι, λέω ότι είμαι από μία χώρα που δεν υπάρχει πια”. Νομίζω ότι πάμε σε μία εποχή που θα υπάρξει τρομακτική πόλωση ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλουν να ανήκουν σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία με ελεύθερες τις μεταφορές και τη διακίνηση των ιδεών και ανθρώπους που ενστερνίζονται έναν ακραίο τοπικισμό», μου τονίζει ο Βασίλης και γυρνάει τον χρόνο πίσω, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, για να μου θυμίσει ότι «…όλα αυτά τα “καλά παιδιά” της Χρυσής Αυγής τότε σφάζανε αμάχους στο πλευρό των Σέρβων εθνικιστών. Υπάρχει ένα απίστευτο φωτογραφικό και δημοσιογραφικό υλικό. Και τότε τους παρουσιάζαμε ως ήρωες που βοηθάνε του αδελφούς μας Σέρβους. Η ορθόδοξη γενιά!»

Η ιστορία κάνει κύκλους. Η εποχή ευνοεί την ανάπτυξη νεοναζιστικών μορφωμάτων. «Το εύκολο όμως στις μέρες μας είναι το πώς να στηλιτεύσεις τη Χρυσή Αυγή. Το δύσκολο είναι το πώς αντιστέκεσαι απέναντι σε αυτό. Τη βία δεν την χτυπάς με βία. Τη βία την χτυπάς με την εκπαίδευση. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα ανάχωμα σε όλο αυτό επανεισάγοντας τον διάλογο πάνω στο τι σημαίνει πολίτης, τι σημαίνει ελευθερία, τι σημαίνει σκέψη…» καταλήγει ο Βασίλης.

Και η Εσθέρ θυμάται τη γιαγιά της για να αφυπνίσει τη συνείδησή μας. «Προέρχομαι από το Μεξικό, από μία χώρα που ήταν πάντα σε κρίση. Θυμάμαι η μία γιαγιά μου ξόδεψε όλη τη ζωή της να κλαίει. Και ήταν μεγάλο μάθημα για μένα. Ποτέ αυτό! Ποτέ να μην μεμψιμοιρώ! Πρέπει να επενδύουμε στη δράση. Θεωρώ ότι η πραγματική επανάσταση θα γίνει όταν αποφασίσουμε να μην χρησιμοποιήσουμε τα όπλα τους. Να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε ότι επειδή δεν έχουμε λεφτά δεν μπορούμε να ζούμε. Να δημιουργήσουμε μία παράλληλη οικονομία, να χτίσουμε κάτι άλλο πάνω σε διαφορετικές βάσεις. Ο καθένας από εμάς μπορεί. Και κάτι που κάνει το θέατρο είναι να δημιουργεί μία κοινή εμπειρία. Αυτό είναι το ωραίο. Χρειάζεται φαντασία. Η φαντασία δεν κοστίζει. Πρέπει να ποντάρουμε σε αυτά που δεν κοστίζουν».



Διαβάστε το τελευταίο τεύχος

Metropolis Ιούλιος 2016

M appΣελίδα του app →

m.app
  • Κατεβάστε το app
  • App Store
  • Google Play
  • Windows Phone Store

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία άρθρα