Ο ρεαλισμός της ποίησης

Η Αμαλία Μουτούση συναντά τη Νόρα στο «Κουκλόσπιτο» του Ιψεν




«Αυτό που νιώθω είναι ότι πήγαινα πάντα προς αυτό που χρειαζόμουν κάθε φορά. Oλη μου η ζωή στο θέατρο ήταν πράγματα που για κάποιον λόγο με τραβήξανε. Αυτή η έλξη ήταν πάντα καθοριστική. Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα διαφορετικά», μου εξομολογείται η Αμαλία Μουτούση, την οποία συναντώ στο μικροσκοπικό αυτοσχέδιο καμαρίνι της στο παλιό ηλεκτρολογείο του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων. Εκεί όπου κάθε βράδυ, από Τετάρτη μέχρι Κυριακή, συναντά τη Νόρα στο «Κουκλόσπιτο» του Ιψεν.

Σκέφτομαι ότι η λέξη εκτίμηση μοιάζει λίγη για αυτά που νιώθω για την Αμαλία. Ισως, όμως, να είναι απολύτως αντιπροσωπευτική των συναισθημάτων μου αν της προσδώσω όλο το ψυχικό της νόημα. «Το ψυχικό νόημα των λέξεων», όπως συνήθιζε να λέει ο Λευτέρης Βογιατζής, δίπλα στον οποίο μαθήτευσε και μεγαλούργησε η Αμαλία. Και τώρα, ώριμη πια και συνειδητοποιημένη, μεταμορφώνει τις λέξεις σε κλειδιά για να ανοίξει νέα παράθυρα, νέους κόσμους. Τους δίνει νέο νόημα. Ανακαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια τους. Οπως θα ήθελε ο Ιψεν.

«Τα έργα του Ιψεν έχουν ένα απύθμενο βάθος, το οποίο στέκεται πάνω σε κάτι πάρα πολύ “ελαφρύ”», μου λέει. «Αυτό νομίζω είναι χαρακτηριστικό της πολύ μεγάλης γραφής. Το συναντάμε και στην αρχαία τραγωδία. Ο Ιψεν μιλάει για πάρα πολύ βαθιά πράγματα, για τα οποία δεν μπορείς να μιλήσεις παρά μόνο μέσα από μία γλώσσα ανάτασης. Είναι όπως το τραγούδι. Τον μεγάλο πόνο μόνο μέσα από το τραγούδι μπορείς να τον διατυπώσεις. Δεν διατυπώνεται διαφορετικά».

Η Νόρα της Αμαλίας «τραγουδά». Και καλπάζει. «Μοιάζει με ζαρκάδι που το λαβώνεις και συνεχίζει μέχρι τελικής πτώσεως. Είναι ένας χορός που πρέπει να χορέψεις μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο», μου λέει για την ηρωίδα της. Κι εγώ αναρωτιέμαι αν το φινάλε του έργου συνιστά και το τέλος αυτού του χορού. «Οχι, είναι η αποθέωσή του», μου επισημαίνει. «Ολα αυτά δεν γίνονται εγκεφαλικά. Είναι μια ζωτική ορμή που κινεί τη Νόρα προς τα εμπρος. Αρχικά αυτή η ζωτική ορμή είναι για να προστατέψει τον άνδρα της. Μετά μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο. Είναι όμως η ίδια ορμή. Απλά τα υλικά που τη συγκροτούν αλλάζουν κάθε φορά».

Η Νόρα έχει ένα μεγάλο μυστικό. Για πρώτη φορά στη ζωή της έχει ενεργήσει ερήμην του άντρα της. Εχει παραβεί τον νόμο για το δικό του καλό. Είναι όμως μόνο η αγάπη της προς τον άνδρα της που την κινεί σε αυτό ή μήπως κάτι πέρα από αυτό; «Οπωσδήποτε υπάρχει κάτι πέρα από αυτό, γιατί ποτέ δεν υπάρχει στη ζωή μόνο κάτι. Οταν λέμε “η αγάπη για τον άντρα μου”, αυτό χωράει πάρα πολλά πράγματα. Γίνεται πολύ προσωπικό. Δεν μπορείς να ξέρεις τι σημαίνει για την ίδια αυτό. Μήπως φοβάται περισσότερο για τον εαυτό της; Να μη δει αυτό που πραγματικά είναι ο Τόρβαλντ, να μην πέσει το μεγαλύτερο είδωλό της;» παρατηρεί η Αμαλία και συνεχίζει: «Η Νόρα μεγάλωσε με έναν πατέρα που δεν τολμούσε να τον αμφισβητήσει. Τη θέση του πήρε ο Τόρβαλντ, που δεν θέλει να τον αμφισβητήσει. Φτιάχνει δηλαδή συνεχώς κουκλόσπιτα, από τα οποία πρέπει να κρατηθεί. Απλώς επειδή η ορμή της είναι πολύ μεγαλύτερη από τη φυλακή της, μέσα από αυτόν τον ξέφρενο χορό αλλάζει συνεχώς μπάμπουσκες, μέχρι που στο τέλος μένει γυμνή».

Να συλλάβει αυτή τη ζωτική ορμή. Αυτή τη ζωτική ορμή που ξεπερνά την ίδια την ηρωίδα, υπερβαίνει το ανθρώπινο και γίνεται συμπαντική. Αυτό ήταν το πιο προκλητικό για την Αμαλία. «Τίποτα δεν περνάει από το μυαλό της, ενώ είναι πανέξυπνη. Είναι κάτι πιο δυνατό από αυτή. Αυτή η ζωτική ορμή ξεπερνάει τα πρόσωπα. Δεν μπορείς να μιλήσεις για πρόσωπα, μιλάς για δυνάμεις οι οποίες κυκλοφορούν μέσα στο σύμπαν. Η Νόρα είναι φορέας μίας δυνάμεως», μου εξηγεί και συζητάμε γι’ αυτά τα κορυφαία έργα, που έχουν τη δική τους θέση στο σύμπαν. «Δεν είναι αρκετός ο χώρος της ψυχολογίας για να τα αποκρυπτογραφήσει. Ενώ ο Ιψεν ξεκινάει από κάτι τόσο ανθρώπινο, την ίδια στιγμή βλέπεις ότι έχει την αναφορά του σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Αυτό το έργο είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένο με τους νόμους της φύσης, με το σύμπαν, με τα στοιχεία του ατόμου», μου λέει.

moutousi2

Μακιγιάζ: Μαρία Πιλάφα / Χτένισμα: Αρετή Σούη

«Αυτό μπορεί κάποιος να το ανακαλύψει για ένα έργο που γράφεται σήμερα ή είναι απαραίτητη η χρονική απόσταση;» την ρωτάω. «Εχω την αίσθηση ότι αυτό έχει να κάνει με την αντίληψη του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Με το αν εσύ ο ίδιος αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου πιο οντολογικά, πέρα από τους κοινωνικούς ρόλους. Αν αντιλαμβάνεσαι σιγά σιγά ότι είσαι μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου πράγματος, για το οποίο και επιστημονικά να το δεις γνωρίζουμε ένα πολύ μικρό ποσοστό. Αν αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου μέσα σε αυτή την ευρύτερη χωροχρονική διάσταση… Τότε αυτά τα μεγάλα έργα φωτίζονται αυτομάτως αλλιώς. Συνδέεσαι αλλιώς με τον ήρωα ή την ηρωίδα», μου απαντά, θεωρώντας ότι ένα μεγάλο έργο γραμμένο σήμερα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από κάποιους.

Η παράσταση του Γιώργου Σκεύα στο θρυλικό θεατράκι της Οδού Κυκλάδων δεν είναι απλά μία συναρπαστική παράσταση ενός κλασικού αριστουργήματος με απογειωτικές ερμηνείες. Είναι μία παράσταση που σου επιτρέπει να συνδεθείς με τα ρεύματα που διατρέχουν από κάτω τη μοναδική ρεαλιστική κατασκευή, την οποία έχει δομήσει δεξιοτεχνικά ο Ιψεν. Ξανακούς τις λέξεις. Στέκεσαι στην καθεμία ξεχωριστά. Δεν τις προσπερνάς. «Οσο κι αν ακούγεται οξύμωρο προσπαθούμε να μην εκφράζουμε τίποτα ώστε όλα να συμβαίνουν χωρίς να προλαβαίνουν να δειχτούν. Να συμβαίνουν από κάτω. Αυτό δημιουργεί και στα δικά μας σώματα την κατάλληλη θερμοκρασία. Δεν διατυπώνονται τα πράγματα», μου λέει η Αμαλία.

«Τι κάνει σήμερα το σκιουράκι μου;» τη ρωτάει επί σκηνής ο Αρης Λεμπεσόπουλος ως Τόρβαλντ και αυτό το «σκιουράκι» χωράει μέσα του τόσα πολλά. «Το σκιουράκι πρέπει να ειπωθεί σκιουράκι, αλλά υπάρχουν άλλα εκατό πράγματα που θα ήθελε ο Τόρβαλντ να πει εκείνη την ώρα. Ομως λέει “σκιουράκι” για να τελειώνουμε», σχολιάζει η Αμαλία. «Για τη Νόρα η λέξη “σκιουράκι” μπορεί να έχει τα πάντα. Μπορεί να κρύβει απειλή, αλλά μπορεί να κρύβει και θαλπωρή. Αλλωστε δεν είναι τυχαία η επιλογή του σκίουρου. Σκίουρος, δηλαδή σκιά και ουρά. Με την ουρά του δημιουργεί σκιά. Σκιάζεται με την ίδια του την ουρά. Ολα αυτά τα έχει δουλέψει πολύ ο Γιώργος στη μετάφρασή του. Πατήσαμε πολύ πάνω στο νόημα των λέξεων για να μπούμε σε νέες περιοχές». Σε περιοχές που ηλεκτρίζουν.

Δούλεψαν πολύ πάνω στο νόημα των λέξεων, αλλά σε μία στάθηκαν παραπάνω. Ρεαλισμός. Τι είναι ρεαλισμός; «Είναι το πιο δύσκολο πράγμα», παραδέχεται η Αμαλία. «Πάντα καταφεύγεις σε μία φόρμα, ένα στυλιζάρισμα. Ο ρεαλισμός στο θέατρο είναι αυτή η περιοχή όπου όλα συμβαίνουν στ’ αλήθεια και όλα είναι ψεύτικα. Είναι εκεί που δεν έχεις να πιαστείς από κάτι. Εκεί που δεν υπάρχει αυτή η κακώς εννοούμενη φυσικότητα. Απαιτείται απόλυτη ακρίβεια στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμβαίνουν τα πράγματα ώστε να μπορέσει να περάσει στους θεατές το ψυχικό νόημα. Είναι σαν χειρουργική πράξη».

Την ακούω κι ύστερα ψελίζω: «Δηλαδή ο ρεαλισμός ζει και βασιλεύει στο ποιητικό σύμπαν». «Ακριβώς αυτό», μου λέει. «Γι’ αυτό και ο Λευτέρης [Βογιατζής] ήταν ένας πολύ μεγάλος ποιητής. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί το θέατρο έξω από τον ρεαλισμό, γιατί ο ρεαλισμός γι’ αυτόν τον καλλιτέχνη ήταν το σύμπαν ολόκληρο. Συνομιλούσε με αυτό που συνέβαινε μέσα σου και το οποίο ήξερε πάρα πολύ καλά ότι μόλις πας να το εκφράσεις, αν δεν προσέξεις πάρα πολύ, θα το σκοτώσεις. Γιατί η έκφραση αν δεν είναι απολύτα ενωμένη με αυτό που γεννά είναι ικανή να το διαλύσει. Κι έτσι έφτιαχνε αυτό το μοναδικό ποιητικό σύμπαν, που όλα συνέβαιναν στ’ αλήθεια και συγχρόνως η μαγεία ήταν εκεί».

Η ποίηση. Αυτή είναι ο πιο αυθεντικός ρεαλισμός. Η ποίηση είναι το μεγάλο ταμπού. Σήμερα και πάντα. Το μεγάλο ταμπού σήμερα είναι οι λέξεις και ο τρόπος που τολμά κανείς να τις επαναδιατυπώσει. «Οι λέξεις μας δεν είναι ενωμένες πια με μια βαθύτερη αλήθεια μας. Εκφέρονται μηχανικά. Εχουν φθαρεί από την πάρα πολύ εύκολη χρήση τους. Η τέχνη του θεάτρου, λοιπόν, έρχεται για να ξαναδώσει υπόσταση στις λέξεις και δίνοντας υπόσταση στις λέξεις δίνεις υπόσταση στα ίδια τα πράγματα τα οποία οι λέξεις θέλουν να ονομάσουν», τονίζει η Αμαλία.

Παρακολουθήστε το αφιέρωμα του Citylifε στην παράσταση Το Κουκλόσπιτο (02.03)!

«Στην τελευταία σκηνή η Νόρα λέει πράγματα που δεν λέγονται», σχολιάζει. «Οπως και τα πράγματα στην αρχαία τραγωδία δεν λέγονται. Δεν μπορεί να πει μία γυναίκα, που ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα και να αφήσει τον άντρα της και τα παιδιά της, “κατάλαβα ότι για δέκα χρόνια έζησα με έναν ξένο”. Δεν λέγεται. Πρώτα βγαίνει το αίμα και μετά βγαίνει ο λόγος όταν πρέπει κάποιος να το διατυπώσει αυτό. Μπορεί να το πει στον ψυχολόγο της μετά από δέκα χρόνια, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Ιψεν έχει γράψει πράγματα τα οποία δεν λέγονται. Οπότε πρέπει να ειπωθούν σαν να υπάρχει ένα στόμα το οποίο κινείται και μέσα από αυτό το στόμα λέγονται κάποιες πάρα πολύ μεγάλες αλήθειες. Κι έτσι όλο αυτό γίνεται αρχετυπικό. Αυτά τα λόγια θα μπορούσαν να ειπωθούν από αγάλματα. Αυτή είναι και η τεράστια ομορφιά και η λύτρωση. Γιατί αν μέναμε απλά στον μικρόκοσμό μας κι αυτά τα λέγαμε απλά σαν άνθρωποι θα ήταν μία σπείρα που δεν θα είχε συνέχεια μέσα στο άπειρο».

Αυτό το μεγαλειώδες κατορθώνει η Αμαλία σε αυτή την παράσταση. Αυτό το τόσο απλό και τόσο αδιανόητα δύσκολο. Και το κατορθώνει, γιατί πέρα από το τεράστιο ταλέντο της έχει επανατοποθετηθεί και η ίδια απέναντι στη ζωή της, απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον καθρέφτη της. «Μέσα στα χρόνια άλλαξα απέναντι στον εαυτό μου», ομολογεί. «Θυμάμαι όταν δούλευα με τον Λευτέρη στο “Καθαροί πια” μου έλεγε: “Μην είσαι τόσο υπερήφανη!”. Και του έλεγα: “Εγώ είμαι περήφανη; Μα γιατί το λες αυτό;”. Και επέμενε: “Είσαι περήφανη! Δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου να κάνει λάθη. Δεν έχεις υπομονή. Δεν δέχεσαι ότι υπάρχουν περίοδοι που δεν τα καταφέρνεις. Είσαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό σου με έναν τρόπο όχι ευχάριστο”. Είχε δίκιο. Τώρα πια, παρότι πάντα μου αρέσει η τελειότητα, καταλαβαίνω ότι το τέλειο για μένα είναι η λεπτότητα. Παίρνουν τα πράγματα πια σιγά σιγά πιο συγκεκριμένες μορφές κι έτσι κι εσύ αρχίζεις να διαλέγεις τι αγώνισμα κάνεις. Πώς συμπεριφέρεσαι απέναντι στον εαυτό σου».

Τώρα πια τα πράγματα με τον Γιώργο Σκεύα είναι πιο απλά. «Πιο απλά όχι ως προς το αποτέλεσμα και το ζητούμενο. Πιο απλά ως προς το πώς νιώθω. Νιώθω λιγότερο βάρος. Ο Λευτέρης αποτέλεσε για μένα πρότυπο. Δεν νομίζω ότι μπόρεσα ποτέ να ελευθερωθώ μαζί του όσο θα ήθελα και όσο θα ήθελε», μου λέει.

«Το θέατρο μονοπωλεί και σήμερα τη ζωή σας;» τη ρωτάω. «Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι ένας άνθρωπος που έζησα μία κανονική ζωή», μου απαντά. «Δεν γίνεται εκ των πραγμάτων όταν είσαι αφοσιωμένος σε μία τέτοια δουλειά. Υπάρχουν όμως τόσοι πολλοί άνθρωποι που δεν ζουν μια κανονική ζωή υπό αυτή την έννοια. Εγώ δεν είχα αυτό που λέμε ελεύθερο χρόνο στην καθημερινότητά μου. Να πάω ένα σινεμά, ένα θέατρο, μια βόλτα… Επρεπε να δουλέψω πάνω στον εκάστοτε ρόλο μου και δεν μου έφταναν οι έξι ώρες της πρόβας. Πήγαινα σπίτι μου, έκανα τις δουλειές του σπιτιού και μετά ασχολιόμουν πάλι με τον ρόλο μου. Τώρα βέβαια που μεγαλώνω το σώμα μου μου μιλάει πιο καθαρά. Κουράζομαι πολύ πιο εύκολα, αρρωσταίνω πολύ πιο εύκολα. Και μου είναι πολύ σαφές πια ότι χρειάζομαι πλέον έναν άλλον ρυθμό στη δουλειά μου. Η κανονικότητα στη ζωή μου να έχει περισσότερο χώρο. Νομίζω ότι τώρα στη ζωή μου υπάρχει μεγαλύτερη ισορροπία». «Εχει αυτή η κανονικότητα μία μεγαλειώδη απλότητα», της λέω χαμογελώντας. Γνέφει καταφατικά. «Ειδικά για κάποιον που την έχει εντελώς στερηθεί», συμπληρώνει.

Αναρωτιέμαι αν αυτή η αλλαγή στην κοσμοθεωρία της έχει να κάνει και με τα τελευταία χρόνια της κρίσης. «Εχω την αίσθηση ότι όλοι καιγόμαστε μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει στον διπλανό μας, στη διπλανή χώρα, στον διπλανό δρόμο δεν γίνεται παρά να συμβαίνει μέσα μας με κάποιο τρόπο. Το κουβαλάμε. Αλλιώς είμαστε τρελοί άνθρωποι, αποκομμένοι από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο υπάρχουμε και αναπνέουμε», παρατηρεί. «Οταν καιγόμαστε μέσα μας και πάλι μπορεί να πονάμε, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο της καταστροφικής απομόνωσης. Καιγόμαστε, γιατί καίγεται ο κόσμος έξω. Εσύ μπορεί να μην πέθανες και να πέθαναν άλλοι, αλλά όλη αυτή την απώλεια θα την αφήσεις να σε επηρεάσει και κάτι θα την κάνεις. Θα τη γράψεις, θα την τραγουδήσεις, θα την κάνεις αγάπη για κάποιον, θα την κάνεις μια πόρτα που ανοίγει, όπως η Νόρα… Θα την κάνεις ζωή. Ενας είναι ο κόσμος. Είμαστε μαζί. Ενωμένοι».

Τις τελευταίες μέρες, μετά τη συζήτησή μου με την Αμαλία, προσπαθώ όταν περπατάω να κοιτάζω όλο και πιο συχνά ψηλά. Να μην κοιτάζω μόνο το πεζοδρόμιο. Να σηκώνω το κεφάλι και να κοιτάω τις οροφές των σπιτιών. Να μην προσπερνάω. Να στέκομαι. Είναι πολύ πιο όμορφος ο κόσμος έτσι. Και αυτό το χρωστάω στην Αμαλία.



Διαβάστε το τελευταίο τεύχος

Metropolis Ιούλιος 2016

M appΣελίδα του app →

m.app
  • Κατεβάστε το app
  • App Store
  • Google Play
  • Windows Phone Store

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία άρθρα