Επουλώνοντας το τραύμα

Ο Χρήστος Κυριαζίδης συμμετείχε στην έκθεση με τίτλο «Το φως πυκνώνει» και γράφει για την εμπειρία του




Η έκθεση με τίτλο «Το φως πυκνώνει», που παρουσιάστηκε στο Goethe Institut της Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο, ήταν μία ομαδική έκθεση εννέα καλλιτεχνών οι οποίοι συμμετείχαμε τον Δεκέμβριο του 2014 σε ερευνητικό εργαστήριο στη Γερμανία που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Γκαίτε της Βόννης και είχε ως θέμα τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, την Κατοχή στην Ελλάδα και τα ελληνικά μαρτυρικά χωριά. Ο σκοπός του εργαστηρίου ήταν να έρθουν σε επαφή Ελληνες και Γερμανοί καλλιτέχνες που ενδιαφέρονται ή ασχολούνται ήδη με το θέμα, να ανταλλάξουν απόψεις, να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και να προτείνουν πιθανά πρότζεκτ. Στη Γερμανία επισκεφθήκαμε τόπους μαρτυρίων και μνημεία και εντυπωσιαστήκαμε από τον τρόπο που οι ίδιοι οι Γερμανοί διαχειρίζονται αυτό το κομμάτι της ιστορίας τους. Σαν να βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα ενάντια στη λήθη, έχουν μετατρέψει σχεδόν κάθε τόπο μαρτυρίου (από στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι τα κελιά της Γκεστάπο) σε χώρους όπου ο επισκέπτης, πέρα από το να πληροφορηθεί με ανατριχιαστική λεπτομέρεια για το τι συνέβη σ’ αυτούς, μπορεί να γίνει κοινωνός του τραύματος μέσα από καλλιτεχνικές παρεμβάσεις. Εκείνο το διάστημα, λοιπόν, έγιναν και οι πρώτες ζυμώσεις μεταξύ των συμμετεχόντων καλλιτεχνών και άρχισαν να αναδύονται οι πρώτες ιδέες. Επίσης μας δόθηκε η ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με φορείς όπως το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον το οποίο δέχθηκε τελικά να αναλάβει τη χρηματοδότηση της παρούσας έκθεσης, όπως και τη χρηματοδότηση για το ντοκιμαντέρ.

Η σκηνοθέτρια του ομότιτλου ντοκιμαντέρ, Λυδία Κώνστα, που συμμετείχε επίσης στο εργαστήριο, εκδήλωσε από την αρχή το ενδιαφέρον να παρακολουθήσει με τον φακό της τη δημιουργική διαδικασία των καλλιτεχνών και την πορεία της παραγωγής των έργων τέχνης. Με την κάμερά της κατέγραψε τους καλλιτέχνες του σήμερα που ήρθαν σε επαφή με τους επιζώντες του τότε, στην προσπάθειά τους να αντλήσουν υλικό για τη δουλειά τους. Κάποιοι επικεντρώθηκαν σε προσωπικές αφηγήσεις επιζώντων, άλλοι εμπνεύστηκαν από την ιστορία μαρτυρικών χωριών και άλλοι ασχολήθηκαν πιο γενικά με το φαινόμενο του πολέμου, της καταστροφής και του φασισμού. Τα καίρια ερωτήματα για τη σκηνοθέτρια ήταν πώς η τέχνη συνδιαλέγεται με την ιστορία, πώς καταφέρνει να μετουσιώσει την ιστορική πληροφορία και πώς τελικά αποτολμά την επεξεργασία του τραύματος. Παράλληλα, μέσα από αφηγήσεις επιζώντων, κάνει τη δική της προσωπική έρευνα πάνω στον τρόπο που βιώθηκε το τραύμα της γερμανικής κατοχής και από τις δύο πλευρές.

kyriazidis3

Το δικό μου έργο, ένα βίντεο και ένα πεντάπτυχο φτιαγμένο από στάχτες πάνω σε καμβά, είναι μία μεταφορά σε σχέση με την ποιητική δύναμη του ίχνους που απομένει μετά από μία καταστρεπτική διαδικασία. Στο βίντεο εμφανίζονται δύο χέρια που καίνε ασταμάτητα λευκές σελίδες χαρτιού πάνω από μία επιφάνεια νερού. Το νερό σταδιακά γεμίζει στάχτες και χάνει τη διαύγειά του. Το λερωμένο νερό και τα υπολείμματα της καύσης χρησιμοποιούνται εντέλει ως το ζωγραφικό υλικό των πινάκων.

Ο τίτλος του -“Alles, alles, alles weiss ich, alles ward mir nun frei” (Ολα, όλα, όλα τα ξέρω, όλα μου είναι πια καθαρά)- είναι στίχοι από το φινάλε της όπερας «Λυκόφως των θεών» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, όπου η Βρουνχίλδη, μετά από μία τραγική στιγμή συνειδητοποίησης της αλήθειας, πέφτει στη νεκρική πυρά του Ζίγκφριντ. Η φωτιά που θεριεύει καταστρέφει τα πάντα επί σκηνής πριν ο Ρήνος πλημμυρίσει και τα νερά του σβήσουν τις φλόγες. Ο Βάγκνερ, γνωστός για τον αντισημιτισμό του (από τους αγαπημένους συνθέτες του Χίτλερ), θεωρείται από τις εμβληματικές μορφές του Ρομαντισμού, του καλλιτεχνικού αυτού ρεύματος που ως αντίδραση στον Διαφωτισμό εξυμνεί το απόκρυφο, το υπερφυσικό, το μεγαλειώδες και στο οποίο πολλοί είναι αυτοί που διακρίνουν τα πρώτα ψήγματα του ναζιστικού εθνικισμού και της ιδέας περί ανωτερότητας της φυλής. Για μένα είχε σημασία η αναφορά αυτή. Τα σύμβολα, τα αρχέτυπα που συναντά κανείς στο έργο του Βάγκνερ και στο Ρομαντισμό εν γένει, μεταπλάθονται και επαναχρησιμοποιούνται ως μέρος του λεξιλογίου του ναζισμού. Φωτιά, στάχτη, νερό. Μνήμη, λήθη, ίχνος, κάθαρση. Αυτά είναι και τα Leitmotive της αφήγησής μου.

Η αφορμή για τους συσχετισμούς αυτούς, λοιπόν, και για την τελική μορφή του έργου ήταν κάποιες αναφορές σχετικά με τη χρήση της φωτιάς από τους Ναζί. Η κυριότερη αφορά στη συνήθη πρακτική διαχείρισης των νεκρών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – την καύση στα κρεματόρια. Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει η περιγραφή αυτής της διαδικασίας σε ένα συγκεκριμένο στρατόπεδο, αυτό του Ράβενσμπρουκ. Οι εναπομείνασες στάχτες από την καύση των νεκρών πετιούνταν στα νερά της κοντινής λίμνης, σαν αυτό να αποτελούσε το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας εξάλειψης και του τελευταίου ίχνους της μνήμης αυτού που εκλαμβάνεται ως ξένος και μιαρός. Η σχέση της φωτιάς και του νερού μου φάνηκε σχεδόν αρχετυπική.

kyriazidis2

Εντύπωση μου έκανε επίσης η, σκηνοθετημένη ως τελετή, καύση βιβλίων και έργων τέχνης. Μια υποτιθέμενη πράξη κάθαρσης του γερμανικού πνεύματος. Τεράστιες δημόσιες πυρές όπου εκφωνούνταν λόγοι πριν την ρίψη των έργων και οι οποίες συχνά λάμβαναν χώρα σε συμβολικές ημερομηνίες, όπως αυτή του θερινού ηλιοστασίου.

Και μία τελευταία αναφορά, η τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας και η -ναζιστικής έμπνευσης- λαμπαδηδρομία, η οποία εξακολουθεί να τελείται μέχρι και σήμερα με τον ίδιο τρόπο που την αποτυπώνει στην ταινία “Olympia” η Λένι Ρίφενσταλ με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936· άλλη μία τελετουργική, συμβολική χρήση της φωτιάς, πάντα στο πλαίσιο της ναζιστικής προπαγάνδας, με σκοπό να δημιουργηθεί αυτή τη φορά μία επίπλαστη μνήμη – η ιστορική συνέχεια της Αριας φυλής.

Η φωτιά ως καταστροφέας και δημιουργός μνήμης και ταυτότητας. Φορέας μιας κακώς εννοούμενης κάθαρσης που (σε αντίθεση με το βαγκνερικό δράμα) δεν πηγάζει από την γνώση και τη συνειδητοποίηση. Ταυτόχρονα μετουσιώνει την πρώτη ύλη του έργου τέχνης που, έστω και συμβολικά, επιδιώκει να λειτουργήσει σαν ένα αντίστροφο κρεματόριο όπου η στάχτη ξαναγίνεται σώμα.

Οσον αφορά το ερώτημα κατά πόσο η ενασχόληση με αυτό το θέμα παραμένει επίκαιρη, πιστεύω πως οποιασδήποτε μορφής συζήτηση αναφορικά με τον φασισμό και τη βία απέναντι στο διαφορετικό έχει σημασία και σήμερα και αυτό επιχειρούν, εν μέρει, να κάνουν η έκθεση και το ντοκιμαντέρ. Να δημιουργήσουν ένα διάλογο που να είναι τροφή για σκέψη γύρω από αυτά τα ζητήματα τα οποία φαίνεται να εξακολουθούν να αποτελούν αγκάθι της σύγχρονης κοινωνίας. Η περίοδος του ναζισμού είναι απλά η αφορμή και η αφετηρία ώστε οι καλλιτέχνες να μιλήσουν για πράγματα που μας αφορούν τώρα. Κατά τη γνώμη μου, η σύγχρονη κοινωνία επιδεικνύει δυστυχώς ταχύτατα αντανακλαστικά βίας απέναντι σε οτιδήποτε δεν κατανοεί. Αν αναφερθούμε πιο συγκεκριμένα στην ελληνική, τα περιστατικά τυφλής και άμεσης βίας απέναντι σε οτιδήποτε «διαφορετικό» είναι καθημερινά. Βία σε μετανάστες και πρόσφυγες, βία προς άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και πολλά άλλα παραδείγματα. Εκπρόσωποι της «θρησκείας της αγάπης» καλούν ανοιχτά το ποίμνιο σε χρήση βίας, μέσα από ρητορικές μίσους. Εδώ και αρκετά χρόνια εκλεγμένοι νεοναζί είναι σταθερά μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου. Η συζήτηση λοιπόν, είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Ταυτόχρονα, μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία συνειδητοποιήσαμε όλοι πως, παρόλο που έχουν περάσει πάνω από εβδομήντα χρόνια, το τραύμα δεν έχει επουλωθεί πλήρως. Και αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές. Αισθήματα οργής από τη μία πλευρά και ενοχής από την άλλη βρίσκουν ακόμα διόδους έκφρασης, με αδέξιο τρόπο πολλές φορές, ακόμα και στις νεότερες γενιές που γνωρίζουν τα γεγονότα μόνο μέσα από την αφήγηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, ίσως η τέχνη να έχει και μια άλλη λειτουργία πέραν της επαγρύπνησης, αυτή της επανερμηνείας των πραγμάτων υπό διαφορετικά πρίσματα, που ίσως επιτρέπουν πιο ψύχραιμες αντιμετωπίσεις.

Info

Η ομαδική έκθεση με τίτλο «Το φως πυκνώνει» διήρκεσε από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου 2016. Την επιμέλεια έκανε η Ζωή Χατζησταύρου. Συμμετείχαν οι: Ingo Dunnebier, Παύλος Καστανάρας, Δημήτρης Καραγεώργος, Χρυσούλα Κεχαγιόγλου, Χρήστος Κυριαζίδης, Μαρία Λαγού, Αλέξανδρος Μιχαήλ, Δήμητρα Μπαϊρακτάρη και Σοφία Παλαμπουγιούκη.

Το ντοκιμαντέρ της Λυδίας Κώνστα, «Το φως πυκνώνει», κάνει την πρεμιέρα του στο 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.



Διαβάστε το τελευταίο τεύχος

Metropolis Ιούλιος 2016

M appΣελίδα του app →

m.app
  • Κατεβάστε το app
  • App Store
  • Google Play
  • Windows Phone Store

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter για να λαμβάνετε όλα τα τελευταία άρθρα